ἀπειλεῖ

ἀπειλεῖ
ἀπειλέω
keep away
pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic)
ἀπειλέω
keep away
pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic)
ἀπειλέω 1
keep away
pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic)
ἀπειλέω 1
keep away
pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic)
ἀπειλέω 2
hold out
pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic)
ἀπειλέω 2
hold out
pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ἀπείλει — ἀ̱πείλει , ἀπειλέω keep away imperf ind act 3rd sg (attic epic doric aeolic) ἀπειλέω keep away pres imperat act 2nd sg (attic epic) ἀπειλέω keep away imperf ind act 3rd sg (attic epic) ἀπειλέω 1 keep away aor subj act 3rd sg (epic) ἀπειλέω 1 keep …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απειλή — (Νομ.). Ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει και τιμωρεί με φυλάκιση έως δύο ετών εκείνον που απειλεί άλλον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη σε βαθμό τέτοιο που να του δημιουργεί τρόμο ή ανησυχία. Στοιχείο του αδικήματος αυτού δεν είναι η άσκηση… …   Dictionary of Greek

  • επικίνδυνος — η, ο (Α ἐπικίνδυνος, ον) [κίνδυνος] 1. αυτός που συνεπάγεται κίνδυνο («επικίνδυνο τόλμημα, εγχείρημα») 2. αυτός που μπορεί να προκαλέσει κακά αποτελέσματα («ἐπικίνδυνον ἔριν ἐξέφυγεν», Πλάτ.) 3. αυτός που απειλεί τη ζωή ατόμου ή ομάδας ατόμων… …   Dictionary of Greek

  • μπαστούνι — Λέγεται και ραβδί (ράβδος). Κλαδί κομμένο κατά τρόπο ώστε να χρησιμεύει για υποστήριγμα στο βάδισμα και ως μέσον επίθεσης ή άμυνας. Σε παλαιότατες εποχές το μ., χοντροκομμένο, αποτελούσε όπλο. Αργότερα, διαφορετικά διαμορφωμένο, πήρε διάφορες… …   Dictionary of Greek

  • ανταπειλή — η απειλή εναντίον αυτού που με απειλεί …   Dictionary of Greek

  • ανταπειλώ — (Α ἀνταπειλῶ, έω) ανταποδίδω την απειλή, απειλώ κι εγώ αυτόν που με απειλεί …   Dictionary of Greek

  • αντεπισείω — επισείω κι εγώ (συνήθως μια απειλή), προσπαθώ να απειλήσω κάποιον που με απειλεί …   Dictionary of Greek

  • απειλητήριος — ἀπειλητήριος, α, ον (Α) αυτός που απειλεί, απειλητικός …   Dictionary of Greek

  • απειλητικός — ή, ό (AM ἀπειλητικός, ή, όν) αυτός που απειλεί, ο εκφοβιστικός …   Dictionary of Greek

  • ασφάλεια — Σύμβαση με την οποία ο ασφαλιστής, με αντάλλαγμα την καταβολή ορισμένου ποσού (που ονομάζεται ασφάλιστρο), αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο μέσα στα όρια της συμφωνίας, για τη ζημιά που έπαθε από ένα ατύχημα (α. κατά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”